Δικηγορικές Εταιρείες

Νικόλας Κανελλόπουλος

Δικηγόρος

Σύμβουλος Δ.Σ.Α.

 

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ

 

Ο πολυεπίπεδος σύγχρονος χείμαρρος εξελίξεων θα ήταν αδύνατον να αφήσει ανέγγιχτο το δικηγορικό επάγγελμα. Η αποτελεσματική πλέον άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος στα σύγχρονα τεχνολογικά, οικονομικά αλλά κυρίως υπερεθνικά δεδομένα, με την πολυμορφία της τεχνολογίας, τον επαναπροσδιορισμό και την άνθιση νεότευκτων μορφών συναλλαγών αλλά και την αδήριτη πια αναγκαιότητα της κατάρτισης του δικηγόρου με τρόπον ώστε να αντεπεξέρχεται ικανοποιητικώς στις απαιτήσεις μιας υπερεθνικής νομικής και επιχειρηματικής κοινότητας, δεν μπορεί παρά να χαρακτηρίζεται από άρτια βασική κατάρτιση, ενδελεχή εξειδίκευση, επιτυχή μηχανοργάνωση, οικονομικά μέσα και ειδικευμένο βοηθητικό προσωπικό.

 

Ποιος καλύτερος τρόπος για την σωρευτική συνεύρεση όλων των ανωτέρω παραμέτρων σε ένα δικηγορικό γραφείο, από την συνένωση δυνάμεων πνευματικών, οικονομικών και πελατειακών στο όνομα και υπό την μορφή μιας δικηγορικής εταιρείας;

 

Σε υπερεθνικό επίπεδο ο θεσμός των δικηγορικών εταιρειών όχι μόνο ανθεί αλλά ως ένα βαθμό έχει προωθηθεί στην κατεύθυνση των διασυνοριακών συγχωνεύσεων των μεγάλων νομικών συμμαχιών. Η πιο πολυσυζητημένη και τολμηρή από αυτές τις συμφωνίες ήταν η τριμερής συγχώνευση μεταξύ της Clifford Chance (Λονδίνο), της Rogers & Wells (Νέα Υόρκη) και  Puender, Volhard, Weber & Axter (Γερμανία) με την οποία δημιουργήθηκε η μεγαλύτερη δικηγορική εταιρεία του κόσμου. Στο κλίμα αυτό του ανταγωνισμού οι  λονδρέζοι ανταγωνιστές τους σπεύδουν να ακολουθήσουν το παράδειγμα των προαναφερθέντων πρωτοπόρων, με άμεσο στόχο όχι μόνο την επαύξηση του minimum των δικηγορικών αμοιβών και την θέση του ελαχίστου ορίου σε επίπεδα ασύλληπτα για τον μέσο μονήρη καλό μάχιμο δικηγόρο, αλλά και την αύξηση των διασυνοριακών επιχειρήσεων.

Παρά το γεγονός λοιπόν ότι στο διεθνή χώρο οι εγχώριες και κατ’ αποκοπή συγχωνεύσεις είναι φαινόμενο σύνηθες και καθημερινό, η νομική αγορά παραμένει στην μεγάλη της πλειοψηφία κατακερματισμένη, αποτελούμενη τόσο από ανεξάρτητες επιχειρήσεις όσο και από κολοσσούς  απασχολούντες χιλιάδες άτομα. Οι λόγοι αυτού του κατακερματισμού είναι αφενός τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του νομικού επαγγέλματος σε σχέση λ.χ. με τον λογιστικό χώρο, που καθιστούν την μάχη κυριαρχίας πιο πολύπλοκη, το διαφορετικό νομικό σύστημα από χώρα σε χώρα, οι αυστηροί περιορισμοί ως προς την ικανότητα άσκησης δικηγορίας αλλά και η υποχρέωση αποκλειστικού σκοπού των δικηγορικών εταιρειών. Όμως για τις πλουσιότερες και μεγαλύτερες από αυτές τις εταιρείες η ανάπτυξη των παγκοσμίων κεφαλαιαγορών και η παγκοσμιοποίηση σηματοδοτούν την εποχή όπου οι νομικές συμβουλές σε διεθνές επίπεδο καθίστανται το κατεξοχήν περιζήτητο στοιχείο και το ζωτικότερο και αποδοτικότερο σημείο των εργασιών τους, άνευ του οποίου δεν θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν την υψηλού επιπέδου πελατεία τους.

Στην χώρα μας ο θεσμός των δικηγορικών εταιρειών καλύπτεται από το π.δ. 518/1989  το οποίο ανέτρεψε το μέχρι τότε απροσπέλαστο τείχος της μονήρους δικηγορίας, επιτρέποντας την σύστασή τους με την μορφή ‘’αστικής επαγγελματικής εταιρείας δικηγόρων’’.  Δεκατέσσερα χρόνια έχουν περάσει από την εισαγωγή του θεσμού στην ελληνική νομική και επαγγελματική πραγματικότητα και στο μητρώο του ΔΣΑ, του μεγαλύτερου επιστημονικού συλλόγου της χώρας είναι εγγεγραμμένες μόνο 38 εταιρείες δικηγόρων. Το νούμερο ηχεί πραγματικά μηδαμινό και μαρτυρεί προφανή επιφυλακτικότητα αλλά και αντίστοιχη δυσπεψία του θεσμού από τoν ελληνικό νομικό κόσμο. Ελλιπής ενημέρωση, φόβος για το νέο – που δεν είναι καν νέο πια – απαιτητικές διατυπώσεις;

Η άποψη περί αποτυχίας του θεσμού των δικηγορικών εταιρειών στην χώρα μας, αποκλειστικά και μόνο επειδή ο νομικός κόσμος δεν ήταν έτοιμος να τον δεχτεί, να τον υιοθετήσει και να τον εξελίξει βιώνοντας τον, αρνούμενος να εναρμονιστεί και να ακολουθήσει την διεθνή- και κατά τη γνώμη μας θετική- αυτή εξέλιξη του επαγγέλματος μας λόγω δυσπιστίας, προσωποκεντρικών και παλαιομοδίτικων νοοτροπιών, δεν αποτελεί το μονογενή παράγοντα δυσλειτουργίας του θεσμού. Κατ’ ουσίαν, σημαντική τροχοπέδη και ανάχωμα στην διαδικασία αυτή εξέλιξης του επαγγέλματός μας διαδραμάτισαν οι δύσκαμπτες και απαγορευτικές διατυπώσεις του σχετικού νομοθετήματος, όπως ο προβλεπόμενος ελάχιστος αριθμός των πέντε εταίρων για την σύσταση δικηγορικής εταιρείας, που απέτρεψαν την μεγαλύτερη μάζα των δικηγόρων από το να χρησιμοποιήσει τις δικηγορικές εταιρείες ως σύγχρονο φορέα άσκησης του λειτουργήματος τους.

Αναμφίβολα παρά τις όποιες τεχνικές και νομοτεχνικές δυσκολίες εφαρμογής του θεσμού στην πράξη, είναι διεθνώς παραδεκτό και αποδεδειγμένο ότι ο θεσμός χαίρει πλειάδας πλεονεκτημάτων τα οποία συνοψίζονται στα ακόλουθα:

Πρώτον, ο μεγάλος αριθμός των δικηγόρων που απαρτίζουν μια τέτοια εταιρεία συντείνει στην δυνατότητα εξειδίκευσης του γραφείου σε περισσότερους κλάδους δικαίου, έτσι ώστε να μπορεί αυτό να αντεπεξέλθει στις σύγχρονες ανάγκες που γεννά η ελευθερία κυκλοφορίας κεφαλαίων, προσώπων και αγαθών στο διεθνή χώρο με την συνεπαγόμενη υποχρέωση εφαρμογής περισσοτέρων δικαιϊκών συστημάτων. Κατά τον τρόπο αυτό το γραφείο προσφέρει καλύτερου επιπέδου υπηρεσίες, ταχύτερη εξυπηρέτηση στον πελάτη, νομικά ασφαλείς συμβουλές, επιτυγχάνοντας έτσι  αποδοχές υψηλότερου επιπέδου.

Δεύτερον, οι δικηγορικές εταιρείες έχουν το πλεονέκτημα ότι μπορούν να επιτύχουν αποδοτικότερη εκμετάλλευση των μέσων, δηλαδή του προσωπικού, των μηχανημάτων, του υλικοτεχνικού εξοπλισμού, καθώς και διαρκή επαγγελματική μετεκπαίδευση. Στις δικηγορικές εταιρείες εξασφαλίζεται εκτός των άλλων διαρκής γραμματειακή υποστήριξη, πλουσιότερη βιβλιοθήκη, εκπροσώπηση σε Συνέδρια και επιστημονικές ημερίδες, επιμερισμός του κατ’ άτομο αναλογούντος κόστους, στοιχεία τα οποία συντείνουν στην επαύξηση του επαγγελματισμού ενός  γραφείου.

Τρίτον, η ανατροπή του παραδοσιακού σχήματος προσωπικής εμπιστοσύνης του πελάτη στον ένα και μοναδικό ή στον επικεφαλή δικηγόρο και η αντικατάστασή του από την εμπιστοσύνη στο σύνολο, στην ομάδα και στην πληρέστερη εξυπηρέτηση επί τη βάσει αντικειμενικών πλέον κριτηρίων.

Τέταρτον, περαιτέρω οι δικηγορικές εταιρείες παρέχουν την δυνατότητα κάλυψης των αναγκών μεγάλων εταιρειών που στελεχώνονται συχνά ακόμη και από εσωτερικό νομικό τμήμα προερχόμενο και καθοδηγούμενο από την δικηγορική εταιρεία, δυνατότητα ανύπαρκτη για τον μεμονωμένο δικηγόρο.

Πέμπτον, ο προνομιακός και συγκριτικά χαμηλότερος φορολογικός συντελεστής των δικηγορικών εταιρειών σε σχέση με τους μεμονωμένα φορολογούμενους επιτηδευματίες δικηγόρους βάση κλίμακας που ξεπερνά στις περισσότερες περιπτώσεις τον φορολογικό συντελεστή των δικηγορικών εταιρειών εξασφαλίζει περισσότερα έσοδα σε όσους επιλέγουν αυτή τη λύση.

Βεβαίως ο θεσμός των δικηγορικών εταιρειών ανατρέπει διάφορες πτυχές της παραδοσιακής δικηγορίας και εισάγει νέα στοιχεία όπως: εξάρτηση εκ των συνεταίρων, περιορισμός της απόλυτης κλασικής αυτονομίας, απόδοση λογαριασμού και ενημέρωση κινήσεων, διαφάνεια και ανάπτυξη δομών συνεργασίας και συνδιαχείρισης, προσωπική ανωνυμία, περιορισμός στην επιλογή των πελατών εξαιτίας των συγκρούσεων συμφερόντων πολλών εξ αυτών, χρεώσεις επί τη βάσει ενιαίας τιμολογιακής πολιτικής, περιορισμός της εξαρτημένης προσωπικής σχέσης δικηγόρου- πελάτη.

Στην κατεύθυνση εκσυγχρονισμού του θεσμού των δικηγορικών εταιρειών, και στα πλαίσια του Νέου Κώδικα Περί Δικηγόρων, ο Δ.Σ.Α. όρισε ειδική επιτροπή απαρτιζόμενη από τους Συμβούλους του Δ.Σ.Α. Νικόλα Κανελλόπουλο, Γιώργο Μπούρα και Χριστίνα Τσαγκλή, με σκοπό την επεξεργασία προτάσεων και τροποποιήσεων του κανονιστικού πλαισίου των δικηγορικών εταιρειών. Η Επιτροπή του Δ.Σ.Α. κάλεσε όλους τους εκπροσώπους των Δικηγορικών Εταιρειών (38 Εταιρείες εγγεγραμμένες στον Δ.Σ.Α.) σε κοινή συνεδρίαση, όπου συζητήθηκαν οι προτεινόμενες διατάξεις του νέου Κώδικα περί Δικηγόρων που αφορούν στις Δικηγορικές Εταιρείες, καθώς και όλες οι προτάσεις και απόψεις τους σε σχέση με το νέο θεσμικό πλαίσιο των Δικηγορικών Εταιρειών.

Τα μέλη της Επιτροπής του Δ.Σ.Α. αφού επεξεργάστηκαν τις έγγραφες προτάσεις και απόψεις που τέθηκαν υπόψη τους κατέληξαν κατ’ αρχήν στο ότι το σχέδιο των τροποποιήσεων του Κώδικα που αφορούν στις Δικηγορικές Εταιρείες αποτελεί σαφή πρόοδο συγκριτικά με το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο καθώς αντιμετωπίζει και επιλύει αρκετά από τα προβλήματα του ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος που είχαν συντείνει στην δυσλειτουργία του θεσμού.

Συγχρόνως όμως θεωρήθηκε αναγκαίο να τροποποιηθούν συγκεκριμένες διατάξεις έτσι ώστε να διευκολυνθεί η εταιρική λειτουργία, να δοθεί το μέγιστο δυνατό εύρος αυτορύθμισης μέσω του εκάστοτε καταστατικού ή εσωτερικού κανονισμού και να περιοριστούν όσο το δυνατόν οι αντίστοιχες κανονιστικές ρυθμίσεις αναγκαστικού χαρακτήρα.