Αρθρο Νικόλα Κανελλόπουλου με θέμα: «Νέα Ποινική Δίκη». (15 Απριλίου 2019, dikastiko.gr)

Η αναμόρφωση του ποινικού δικαίου, που σχεδιάζεται και προωθείται, μονοπωλεί τον τελευταίο μήνα το ενδιαφέρον της νομικής κοινότητας, ενώ έχει ήδη απασχολήσει το ευρύτερο κοινό και τη δημόσια συζήτηση.

Και δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς: η μεταρρύθμιση στο χώρο της ποινικής νομοθεσίας, δεκαετίες ολόκληρες μετά την υιοθέτηση των ισχυόντων κωδίκων δεν είναι ένα αμιγώς νομικό ζήτημα, αλλά αντικείμενο με σαφή κοινωνική σπουδαιότητα, με ευδιάκριτο στίγμα στην κοινωνική πραγματικότητα.

Ο μεγάλος δάσκαλος Χωραφάς έλεγε πως το Ποινικό Δίκαιο είναι το «δίκαιο του λαού». Οι αντιδράσεις και η δημοσιότητα που επεφύλαξε ο Τύπος στα σχέδια του Νέου Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας τον επιβεβαιώνουν.

Η διάγνωση του εγκλήματος, η δίωξη, η δίκη και η τιμωρία του δράστη είχαν πάντοτε μια σημασία ευρύτερη, οριζόντια, για όλο το κοινωνικό σύνολο. Και υπ’ αυτήν την έννοια, η δημόσια συζήτηση είναι όχι μόνο αναμενόμενη αλλά και επιβαλλόμενη.

Ωστόσο, αυτό το γενικευμένο κοινωνικό ενδιαφέρον, όσο καλοδεχούμενο ή καλώς εννοούμενο κι αν είναι, δεν πρέπει να αποσπά την προσοχή από το βαθιά νομικό, δογματικό περιεχόμενο της σχεδιαζόμενης παρέμβασης.

Σε τελική ανάλυση, ο εκσυγχρονισμός της ποινικής νομοθεσίας παραμένει μια εξαιρετικά απαιτητική νομική «άσκηση». Έχει πολλές παραμέτρους που επηρεάζουν περισσότερους τομείς της έννομης τάξης. Και κυρίως συμβάλλει καθοριστικά σε περισσότερες δικαιοπολιτικές βλέψεις: στην πρόληψη της εγκληματικότητας, στην απονομή ποινικής δικαιοσύνης, στον σωφρονισμό και εν τέλει στην κοινωνική ειρήνη.

Αυτή η σημασία του Ποινικού Δικαίου επιβεβαιώνει τη θέση του ανάμεσα στους πυλώνες του νομικού μας πολιτισμού. Και υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα της επιδιωκόμενης μεταρρύθμισης.

Η αναμόρφωση της ποινικής νομοθεσίας είναι, πράγματι, μια ισχυρή και διαρκής κοινωνική αναγκαιότητα. Οι σχετικές πρωτοβουλίες είχαν αναληφθεί ήδη από το 2010, και οι νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, που υπηρέτησαν αυτήν την αναγκαιότητα, ολοκλήρωσαν τα σχέδια νόμου του Ποινικού Κώδικα και της Ποινικής Δικονομίας ήδη από τον Σεπτέμβρη του 2014. Τα σχέδια νόμου παρεδόθησαν βεβαίως στην νέα πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης τον Γενάρη του 2015.

Είναι η ίδια λοιπόν πρωτοβουλία, που έστω με σημαντική και προφανώς αναίτια καθυστέρηση αποδίδει σήμερα τους καρπούς της, προς την ορθή κατεύθυνση.

Μια σύγχρονη ποινική νομοθεσία είναι συνθήκη για τη διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής και ειρήνης. Εγγύηση για τα ανθρώπινα δικαιώματα απέναντι τόσο στην εγκληματική δράση όσο και στην κρατική καταστολή. Δημιουργεί δηλαδή την αναγκαία ισορροπία ανάμεσα στη φιλελεύθερη προσέγγιση της κοινωνικής συμβίωσης και στην προληπτική και σωφρονιστική λειτουργία του ποινικού νόμου.

Αυτό το πλέγμα των διαχρονικών στοχεύσεων της ποινικής νομοθεσίας οφείλει να συνθέσει και το φίλτρο αξιολόγησης για τα σχέδια Ποινικού Κώδικα και Ποινικής Δικονομίας, που έχουν τεθεί σε δημόσια διαβούλευση.

Μέσα στα στενά χρονικά περιθώρια που προσδιορίστηκαν από την εκτελεστική εξουσία, καλούνται όλοι να αρθρώσουν λόγο δημιουργικό, αντικειμενικά κριτικό. Το εύρος της παρέμβασης δυσχεραίνει το έργο αυτό ακόμη περισσότερο.

Στο πεδίο του ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου, έχει αναπτυχθεί ήδη σημαντικός προβληματισμός για το περιεχόμενο των αλλαγών και κατά πόσον αυτές είναι συμβατές με τη ζώσα κοινωνική πραγματικότητα.

Το νέο ποινολογικό πλαίσιο δημιουργεί μεγάλο πεδίο συζήτησης: η κατάργηση της μετατροπής της ποινής είναι ένα δίκαιο μέτρο, όμως είναι μάλλον άτολμη η προσπάθεια ενίσχυσης του μέτρου της κοινωφελούς εργασίας.

Θεωρούμε πως είναι αναγκαία η υιοθέτηση ενός ευρύτερου πλέγματος εναλλακτικών τρόπων έκτισης ποινών κατά τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές, όπως η έκτιση ποινής στο σπίτι, η χρήση μηχανισμού γεωντοπισμού, ο περιορισμός σε ειδικά ιδρύματα, η ημιελεύθερη κράτηση.

Απαραίτητη επίσης προϋπόθεση είναι η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου και σύγχρονου μηχανισμού επιτήρησης,  υποστήριξης και αξιολόγησης όσων έχουν καταδικαστεί και εκτίουν μία ποινή, καθώς και πλήρης καταγραφή από ειδικούς επιστήμονες όλων των εκφάνσεων της προσωπικότητας τους και των συμπεριφορικών τους δεδομένων (probation system).

Ασφαλώς, υπάρχει πλήθος διατάξεων στο ειδικό μέρος που προκαλούν προβληματισμό: αποχαρακτηρισμός εγκληματικών πράξεων, κατάργηση των πταισμάτων, μεταβολή των πλαισίων ποινής, μια ενδεχομένως υφέρπουσα ανισορροπία σε κάποιες επαπειλούμενες ποινές και στην αξία των εννόμων αγαθών.

Ήδη ξεχωρίζει στον δημόσιο διάλογο η προβληματική για την ελάφρυνση των ποινών για τη διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης [που έχει ευθεία προβολή σε εκκρεμή δίκη] ή και του εγκλήματος της κατοχής εκρηκτικών υλών.

Εύλογο προβληματισμό γεννά επίσης η μετατροπή όλων των εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας σε κατ’ έγκληση διωκόμενα. Μια ρύθμιση που δυσχεραίνει τη δίωξη ακόμη και μιας απλής κλοπής μπροστά στα μάτια της αστυνομίας.

Επίσης, ζήτημα δημιουργείται και από την αποποινικοποίηση πταισμάτων χωρίς την άμεση και έγκαιρη πρόβλεψη των αναγκαίων διοικητικών κυρώσεων που θα αντικαταστήσουν τις ποινικές διατάξεις.

Από την άλλη πλευρά, η Ποινική Δικονομία οδεύει προς σαφή εκσυγχρονιστική κατεύθυνση, ιδίως με την εισαγωγή νέων μηχανισμών, όπως της ποινικής διαπραγμάτευσης (plea bargaining). Στο πεδίο αυτό θα έπρεπε όμως να αξιολογηθούν έτι περαιτέρω βέλτιστες πρακτικές από σύγχρονα δικονομικά συστήματα, που συστηματοποιούν παραβατικές συμπεριφορές διαμεσολαβώντας μεταξύ θύματος και θύτη προκειμένου να ελαχιστοποιήσουν τις συνέπειες κάποιας άδικης πράξης.

Ενώ όμως από τη μία συντελείται αυτή η πρόοδος από την άλλη, σημειώνεται σοβαρή υποχώρηση από ήδη εφαρμοσμένους και επιτυχημένους θεσμούς, όπως το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων που -κατά γενική ομολογία- έχει συμβάλει στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων και στην ταχεία εκδίκαση υποθέσεων,  προς όφελος του πολίτη που έχει ασκήσει τα ένδικα δικαιώματά του.

Τα ζητήματα, λοιπόν, που γεννώνται είναι πολύ σημαντικά, με πρακτικές και όχι μόνο δογματικές συνέπειες.

Είναι τόσο σοβαρή, τόσο βαθιά αυτή η προβληματική, που δεν μπορεί -δεν πρέπει- να καταστεί αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης. Όλοι οι συμμετέχοντες στον δημόσιο διάλογο, τόσο από την νομική-επιστημονική κοινότητα όσο και από τον πολιτικό κόσμο, καλούνται να επιδείξουν ωριμότητα και νηφαλιότητα.

Η σημερινή εποχή δεν αντέχει άλλη ιδεοληψία ή «ποινικό λαϊκισμό».

Ευχή όλων, η δημόσια συζήτηση να συνεχιστεί, με τη συμμετοχή όλων των παραγόντων, που έχουν να συνεισφέρουν στον ώριμο δημόσιο διάλογο, μέσα από μία ψύχραιμη νομικοπολιτική προσέγγιση του όλου ζητήματος. Και φυσικά τα συμπεράσματα και οι παρατηρήσεις να ληφθούν υπόψη από το νομοθέτη, ώστε η επί πολλά έτη εκκρεμής πρωτοβουλία να καταλήξει στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα:

Μία σύγχρονη, φιλελεύθερη και δικαιοπολιτικά εύστοχη ποινική νομοθεσία.

 

Νικόλας Κανελλόπουλος

Δικηγόρος, Πρόεδρος  του Ινστιτούτου για τη Δικαιοσύνη
και την Ανάπτυξη του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου (ΕΠΛΟ)