4ο Πανελλήνιο Συνέδριο Δικηγόρων Νομικών Υπηρεσιών, με τίτλο «Ο δικηγόρος σε συνθήκες οικονομικής κρίσης»

4Ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

 

«Ο Δικηγόρος σε συνθήκες οικονομικής κρίσης»

25-5-2012

 

ΔΙΚΗΓΟΡΙΑ ΓΙΑ ΕΜΜΙΣΘΟΥΣ ΚΑΙ ΜΗ: Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΗΜΕΡΑ

 

Νικόλας Κανελλόπουλος

ΓΓ ΥΔΔΑΔ

 

  1. Προδιάθεση: Η ελληνική Δικαιοσύνη σε κρίση

Ηχεί πια ως κοινότυπη παραδοχή το γεγονός ότι βιώνουμε τουλάχιστον εθνικής αν όχι παγκόσμιας σημασίας στιγμές, στο βαθμό που πλήττονται και μεταλλάσσονται καθημερινά τόσο οι επαγγελματικές και προσωπικές μας παραδοχές, όσο και το παγκοσμιοποιημένο νομισματο-οικονομικό σύστημα, το οποίο σαρώνεται από τις δομικές αλλοιώσεις των πιστωτικών οργανισμών όπως αυτές υπαγορεύονται από την κινούμενη άμμο που δημιουργούν τα κερδοσκοπικά funds και οι αγορές.

Διανύουμε λοιπόν μία ιστορική περίοδο συνεχών μεταβολών και γηγενών ανατροπών, όλων όσων γνωρίζαμε και είχαμε συνηθίσει να θεωρούμε ως ασφαλή τουλάχιστον θέσφατα. Μια εποχή με τρομακτικές δυσκολίες, ανασφάλεια, αλλά και προκλήσεις, προκλήσεις για υγιή μετεξέλιξη και ανατροπή σε τροχιά υγιούς και βιώσιμης παραγωγικής προοπτικής.

Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση κλόνισε την παγκόσμια κοινότητα και άλλαξε σε σημαντικό βαθμό τους κανόνες του παιχνιδιού της αγοράς. Οι διαρκώς μεταβαλλόμενες χρηματοπιστωτικές συνθήκες έχουν ήδη δημιουργήσει ένα πρωτόγνωρο σκηνικό εύπλαστης οικονομικής δραστηριότητας. Οι αλλαγές των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών λαμβάνουν χώρα πολλές φορές με βίαιη μορφή, με χαρακτηριστικότερο όλων παράδειγμα τη Χώρα μας. Ο τρόπος που ζούμε κι εργαζόμαστε μεταβάλλεται καθημερινά με απρόβλεπτη ταχύτητα και πιθανά άγνωστη κατάληξη, σκιαγραφώντας ένα αβέβαιο μέλλον, χτίζοντας μια σαθρή ψυχολογία, η οποία αποδυναμώνει την καθημερινότητά μας.

Ο χώρος των νομικών επαγγελμάτων και ειδικότερα της δικηγορίας, με τις διάφορες μορφές που αυτή μπορεί να ασκείται, αποτελεί ένα ιδανικό πεδίο προβολής των διεθνών τάσεων και των σύγχρονων εξελίξεων. Μία επιστήμη και ένα λειτούργημα κατ’ εξοχήν κοινωνικό, ανθρωπιστικό, εξωστρεφές και «πρωταγωνιστικό» με όρους ευρύτερης κοινωνικής δράσης και ευθύνης, είναι φυσιολογικό και καθ’ όλα αναμενόμενο να επηρεάζεται και εν τέλει να ορίζεται, στην άσκηση και την εξέλιξή του, από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες του παγκόσμιου οικονομικού χώρου.

Το νέο εργασιακό περιβάλλον αλλάζει την ποιοτική σύνθεση της δικηγορίας, το περιεχόμενό της, τις προϋποθέσεις και τα προσόντα ενός δικηγόρου αλλά και τον τρόπο που ο ίδιος αναπτύσσει τη δράση του μέσα στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον.

Το απαιτητικό επαγγελματικό περιβάλλον του δικηγόρου, ειδικά στη Χώρα μας, επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο ως συνέπεια της «ελληνικής ιδιαιτερότητας». Η δημοσιονομική κρίση σφραγίζει με μελάνι ανεξίτηλο την επαγγελματική δράση προσώπων και επιχειρήσεων και θέτει -με όρους καταναγκασμού- τους νέους κανόνες της εσωτερικής αγοράς.

Το ήδη επιβαρημένο πεδίο άσκησης της δικηγορίας στη Χώρα μας, με τα χρόνια και ανεπίλυτα προβλήματα, του υπερπληθυσμού και της δυσαναλογίας προσφοράς και ζήτησης νομικών υπηρεσιών, γίνεται, υπό το πρίσμα της παρούσας δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, ακόμη πιο δύσβατο και ανηφορικό.

 

Λέγεται συχνά και είναι απόλυτα αληθές ότι η κρίση που μαστίζει τη χώρα δεν είναι μόνο οικονομική ή πολιτική -όψιμα δε ,και κοινοβουλευτική. Η πλέον επικίνδυνη πτυχή του ελληνικού προβλήματος είναι μάλλον η κρίση θεσμών που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη δημόσια ζωή του τόπου.

Επικίνδυνη συνισταμένη είναι η διαρκής αμφισβήτηση του κύρους των θεσμικών λειτουργιών του πολιτεύματος, που σε πολλές των περιπτώσεων υπερβαίνει τα εσκαμμένα όρια της υγιούς και επιβεβλημένης κριτικής, και φτάνει μέχρι του σημείου της προσβολής.

Η Δικαιοσύνη αποτελούσε ανέκαθεν το θεσμό εκείνο, από τον οποίο οι πολίτες είχαν και εξακολουθούν να έχουν τις μεγαλύτερες και αυστηρότερες απαιτήσεις, για διαφάνεια, αποτελεσματικότητα και αμεροληψία.

Μοιραία συνεπώς, η αποτυχία του ελληνικού δικαιοδοτικού συστήματος να απαντήσει με τρόπο πειστικό και άμεσο στη διαφθορά, την ανομία και την ασυδοσία, απ’ όπου κι αν προέρχονται, οδηγεί τους πολίτες στην ευθεία αμφισβήτηση του θεσμού της Δικαιοσύνης, πολλές φορές άκριτα, ανέρειστα και αντανακλαστικά.

Αποτέλεσμα δε όλων αυτών, είναι ότι έχει σχεδόν εμπεδωθεί στην ελληνική κοινωνία, ένα διάχυτο αίσθημα αδικίας και ανασφάλειας δικαίου.

Οι αριθμοί και οι διεθνώς αναγνωρισμένοι στατιστικοί δείκτες μέτρησης της ποιότητας της Δικαιοσύνης στη χώρα μας είναι αμείλικτοι: οι υπερβολικές καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης, η περιβόητη «αρνησιδικία» των ελληνικών Δικαστηρίων –για την οποία θα κάνω εκτενέστερο λόγο στη συνέχεια- συνδυάζονται με τη στείρα γραφειοκρατία του κρατικού μηχανισμού και δημιουργούν ένα εκρηκτικό μίγμα αναποτελεσματικής και ατελέσφορης λειτουργίας των ελληνικών Δικαστηρίων.

Αν αναλογιστεί κανείς ότι ανάμεσα στην ποιοτική απονομή της Δικαιοσύνης και την εύρωστη οικονομία μίας χώρας, υπάρχει αδιαμφισβήτητη σχέση αιτίου – αιτιατού, μπορεί εύκολα να εντοπίσει μερικές από τις αιτίες της σύγχρονης ελληνικής οικονομικής πραγματικότητας στην έλλειψη αποτελεσματικού και έγκαιρου δικανικού ελέγχου.

Η Ελλάδα καταλαμβάνει, πράγματι, εξαιρετικά χαμηλές θέσεις σε πολλούς δείκτες συσχέτισης της ποιότητας των Νόμων και της αποτελεσματικότητας των Δικαστηρίων, με πολλούς επιμέρους άξονες οικονομικής ανάπτυξης, όπως οι επενδύσεις, οι εργασιακές σχέσεις, το χρηματιστήριο και η εκκαθάριση επιχειρήσεων. Οι επιδόσεις της ελληνικής Δικαιοσύνης παραμένουν απογοητευτικές, χωρίς αυτό να οφείλεται αποκλειστικά στους δικαστές.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η 154η θέση που κατείχε η Χώρα μας το 2010 ανάμεσα σε 183 κράτη (!) στον διεθνή δείκτη προστασίας των επενδυτών όπως αυτός τηρείται από την Παγκόσμια Τράπεζα. Η πραγματικότητα γίνεται ακόμη πιο σκληρή από το γεγονός ότι η χώρα μας είχε τη χαμηλότερη μέτρηση μεταξύ όλων των κρατών της ΕΕ, ακόμη χαμηλότερα από χώρες του Τρίτου Κόσμου όπως η Ουγκάντα, το Ιράκ και η Ιορδανία!!!Με κριτήριο τη διαφάνεια, την ικανοποίηση των δικαιωμάτων των μετόχων και την αρτιότητα του ελέγχου του τραπεζικού συστήματος και της κεφαλαιαγοράς, η Ελλάδα εμφανίζει ένα αρνητικό σκορ της τάξης του 3,3,  τη στιγμή που ο διεθνής μέσος όρος βρίσκεται στο 5. Το ίδιο συμβαίνει και για άλλες πτυχές του νομικού μας συστήματος, όπως την καταγραφή και την προστασία της ιδιοκτησίας, τη διαφάνεια στα κατασκευαστικά έργα, τις αδειοδοτήσεις και το μέγεθος της διαφθοράς στο πεδίο των επιχειρήσεων. Είναι δε άξιο λόγου ότι η Ελλάδα στο τέλος του 2009 περιλαμβανόταν στη λίστα των χωρών που έκαναν τα πράγματα δυσκολότερα για τους επενδυτές, την ώρα που τα Σκόπια και η Αλβανία παρουσίαζαν μεταρρυθμίσεις που χαρακτηρίζονταν από τη διεθνή κοινότητα ως «κορυφαίες». Σύμφωνα δε με έναν άλλο δείκτη του Economic Freedom of the World Project, η Ελλάδα βρέθηκε κάτω από το μέσο όρο σε βασικές παραμέτρους όπως η ανεξαρτησία των Δικαστηρίων και η αμεροληψία των δικαστών!

Οι δυσμενείς επιπτώσεις των δυσλειτουργιών του ελληνικού δικαιοδοτικού συστήματος στις τόσο ζωτικές για τη Χώρα επενδύσεις, την επιχειρηματικότητα και την παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας είναι απολύτως προφανείς.

Κατά συνέπεια, όπως ήταν αναμενόμενο, η Δικαιοσύνη σήμερα βάλλεται, από πολλές πλευρές και για πολλαπλές αιτίες. Τις περισσότερες φορές δικαίως, σε αρκετές όμως περιπτώσεις αδικαιολόγητα, στοχοποιείται και αμφισβητείται ευθέως η επιστημονική επάρκεια του ανθρώπινου δυναμικού της (δικαστές, εισαγγελείς, γραμματείς), αλλά και η υλικοτεχνική υποδομή και οργάνωση των ελληνικών Δικαστηρίων.

Οι πολίτες και οι επιχειρήσεις που ζουν και δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα έχουν απολέσει την εμπιστοσύνη τους βεβαίως όχι μόνο στην Ελληνική Δικαιοσύνη, αλλά οψίμως και στους άλλους θεσμούς – πυλώνες της ελληνικής Πολιτείας που ιδιαίτερα στην τρέχουσα εποχή της κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, διαπνέονται από ένα έκδηλο αίσθημα ατιμωρησίας και προκλητικής ανοχής στην παρανομία.

Ο αντίκτυπος της ηθικής κρίσης των θεσμών και ιδιαίτερα της αμφισβήτησης του κύρους της Δικαιοσύνης στο πεδίο της καθημερινής δικηγορίας είναι σε καθοριστικό βαθμό αρνητικός.

Η θέση και η συνευθύνη του Έλληνα δικηγόρου σε αυτό το σύγχρονο πεδίο παθογένειας είναι αναμφισβήτητη και πολυσήμαντη. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε καν για τη δικηγορία του μέλλοντος χωρίς να αντικρίσουμε κατάματα τα προβλήματα του χθες και του σήμερα, θέτοντας πρωτίστως εαυτούς μπροστά στον αυστηρό καθρέπτη της αυτοκριτικής.

 

  1. Τα προβλήματα του σήμερα και οι προκλήσεις του αύριο της δικηγορίας

Είναι κοινή διαπίστωση ότι το δικηγορικό λειτούργημα δεν χαίρει πλέον κύρους και κοινωνικής αναγνώρισης. Ο δικηγόρος, ως βασικός συλλειτουργός της Δικαιοσύνης, είναι ο μοναδικός παράγοντας του δικαιοδοτικού μηχανισμού που έχει άμεση και συνεχή επαφή με τους πολίτες και τις επιχειρήσεις που καταφεύγουν στα Δικαστήρια για την προάσπιση των δικαιωμάτων και συμφερόντων τους. Εντούτοις, τείνει να εξελιχθεί αφ’ ενός σε εκφραστή όλων των παθογενειών του ελληνικού δικαστικού συστήματος, ενώ συγχρόνως επιτελεί τον ρόλο ενός ιδιότυπου υποδοχέα παραπόνων για το σύνολο της ελληνικής Δικαιοσύνης.

Και φυσικά η κριτική που ασκείται δεν είναι εξ ολοκλήρου άδικη ή αβάσιμη. Εγκλωβισμένοι στις αγκυλώσεις του χθες και σε καταστάσεις αναντίρρητα προβληματικές, που φαίνονται σε αρκετούς «βολικές», εμείς, οι Έλληνες νομικοί της πράξης, συμβάλαμε στο μέτρο που μας αναλογεί, στα δυσθεώρητα σημερινά μας προβλήματα. Πολλοί λησμόνησαν τον ρόλο τους ως ισάξιων και ισότιμων λειτουργών της Δικαιοσύνης και αγνόησαν το δικό τους βαθμό συνευθύνης. Συνεχίσαμε επιπόλαια να ψέγουμε δικαστές και κρατική εξουσία, παραβλέποντας το δικό μας μερίδιο ευθύνης.

Οι δικηγόροι οφείλουμε, έστω και αργά, να κάνουμε την αυτοκριτική μας.  Να ενσκήψουμε στα εσωτερικά μας ζητήματα και να τα προσεγγίσουμε όχι με διάθεση συντεχνιακή και κοντόφθαλμη αλλά ανανεωτική και ανατρεπτική. Να θέσουμε τους εαυτούς μας μπροστά στο φάσμα της έλλειψης δικαίου και της αρνησιδικίας και να διεκδικήσουμε τον ρόλο που μας αναλογεί.

Τα προβλήματα που μαστίζουν τον κλάδο μας δεν είναι ασφαλώς πρωτότυπα. Απαντώνται σε διαφορετικές εποχές και με διαφορετική βέβαια ένταση. Ανέκαθεν η δικηγορία θεωρούνταν μέρος της επαγγελματικής και κοινωνικής «αφρόκρεμας» του τόπου. Συχνά μάλιστα, η επιλογή άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος δεν υπαγορευόταν από αγάπη και κλίση αλλά μάλλον από τη «δίψα» για γρήγορη ανέλιξη, κοινωνική καταξίωση και οικονομική ευμάρεια. Μια σειρά από παράγοντες του παρελθόντος, όπως η οικονομική ανάπτυξη της Χώρας και η «δάνειος» ευμάρεια του ελληνικού πληθυσμού τις προηγούμενες δεκαετίες, δημιούργησε πλούτο και κοινωνική αναγνώριση σε μεγάλο μέρος του δικηγορικού χώρου.

Πάνω σε αυτά τα θεμέλια οικοδομήθηκε το σαθρό κοινωνικό πρότυπο του «πλούσιου δικηγόρου», του «μεγαλοκαρχαρία» που φοροδιαφεύγει και πληρώνεται «χρυσάφι για το τίποτε». Και κάπως έτσι το δικηγορικό λειτούργημα κατέστη επάγγελμα. Η δικηγορία μετεξελίχθηκε σε οικογενειακή υπόθεση και κληρονομικό κτέρισμα.

Η νομική σκέψη εμπορευματοποιήθηκε και υπερτιμολογήθηκε.

Η νομική επιστήμη υποβιβάσθηκε σε «εφόδιο» γρήγορου πλουτισμού και οι νομικές σχολές άνοιξαν τις πύλες τους για να υποδεχθούν αθρόα εισακτέους υπεράριθμους φοιτητές -μελλοντικούς συναδέλφους.

Οι δομικές δε στρεβλώσεις του δικηγορικού λειτουργήματος αυξάνουν την ένταση του προβλήματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι για πάνω από σαράντα χρόνια δεν έχει ακόμα θεσπισθεί ένα αντικειμενικό και αξιόπιστο σύστημα εξετάσεων για τους ασκούμενους δικηγόρους, με άμεσο φυσικό αποτέλεσμα την επίταση του κορεσμού του κλάδου.

Οι δικηγορικοί σύλλογοι σήμερα δέχονται σχεδόν άκριτα στους κόλπους τους νέους δικηγόρους σε… γραφικά ποσοστά επιτυχίας που αγγίζουν το 100%, την ώρα που ο μέσος όρος αντίστοιχων διαδικασιών σε άλλα κράτη φτάνει με δυσκολία το 60-70%. Κατ’ αποτέλεσμα, οι σύλλογοι από γνήσιοι εκφραστές μίας συγκεκριμένης επιστημονικής κοινότητας υποβιβάζονται σε νεκρά «μητρώα» πτυχιούχων Νομικής, πολλοί από τους οποίους δεν έχουν καν παρασταθεί σε ακροατήριο Δικαστηρίου! Δεν χρειάζεται κατά συνέπεια καμία ιδιαίτερη φιλοσοφική αναζήτηση για να απαντηθεί το ερώτημα του πώς φτάσαμε να έχουμε σήμερα 400.000 δικηγόρους όταν άλλες ευρωπαϊκές χώρες με ίδιο πληθυσμό με τον δικό μας περιορίζονται στις 5.000…

Πολύ φυσιολογικά, ο υπερπληθυσμός του κλάδου έφερε μαζί του μεγάλο όγκο κακών επαγγελματικών πρακτικών. Μεγάλη μερίδα δικηγόρων, προκειμένου να επιβιώσει ή και να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της, «παρήγαγε» υποθέσεις και αντιδικίες πέραν κάθε νομικής και επιστημονικής παραμέτρου, εκμεταλλευόμενη την υποτιθέμενη και πολυσυζητημένη «δικομανία» του Έλληνα.

Μέσω κρατικών παρεμβάσεων διογκώθηκε η υποχρεωτικότητα της παράστασης δικηγόρου σε περιπτώσεις, ακόμη και συναλλαγών μικρής οικονομικής αξίας, δημιουργώντας μία θολή δικηγορική ύλη. Είναι η ίδια -δυστυχώς ευάριθμη- κατηγορία συναδέλφων δικηγόρων που αντιστρατεύονται κάθε νέο θεσμό που μπορεί να διασαλεύσει τα κακώς εννοούμενα συμφέροντά τους και εκτελούν χρέη «σαμποτέρ» εις βάρος κάθε προσπάθειας εισαγωγής εναλλακτικών μορφών επίλυσης διαφορών πέραν των Δικαστηρίων.

 

  1. Χαρακτηριστικά της «νέας δικηγορίας»

Έχει γίνει, νομίζω, ξεκάθαρο ότι η ώρα της αλήθειας για τη δικηγορία έχει σημάνει. Δεν μπορούμε πια να υποκρινόμαστε ότι όλα έχουν καλώς, όταν η ίδια η κοινωνία έχει αναγάγει τη δυσλειτουργία των δικαστικών δομών σε βασικό θέμα της δημόσιας συζήτησης.

Δεν δικαιούνται οι Έλληνες δικηγόροι, περιχαρακωμένοι πίσω από τα γραφεία τους και τις επαγγελματικές τους ενώσεις να εξακολουθούν να εθελοτυφλούν. Όχι όταν όλα γύρω μας αλλάζουν. Και ακόμη περισσότερο όχι, όταν οι νέοι συνάδελφοί μας, εξοπλισμένοι με λαμπρά εκπαιδευτικά εφόδια και δεξιότητες, παρασιτούν, απασχολούμενοι με πάρεργα και με αμοιβές που προσβάλλουν τη νομική τους κατάρτιση.

Σε όλες τις έννομες τάξεις του προηγμένου κόσμου η δικηγορία αλλάζει περιεχόμενο και αναβαθμίζεται ποιοτικά. Ο δικηγόρος δεν διεκδικεί για τον εαυτό του μόνο τον θεσμικό ρόλο του εκπροσώπου του εντολέως του ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά προσανατολίζεται στην παροχή σφαιρικής νομικής κάλυψης. Η αποστολή του δικηγόρου αποσυνδέεται από το δίπολο της αντιδικίας και της μεμονωμένης αντιπαράθεσης συμφερόντων και αναβαθμίζεται στη διαρκή παροχή συμβουλών και στη συνεχή υποστήριξη για το σύνολο της κοινωνικής, οικονομικής και επαγγελματικής δράσης ενός ατόμου ή μίας επιχείρησης.

Την τελευταία δεκαετία, εξάλλου, τα κελεύσματα της διεθνούς νομικής κοινότητας έφεραν τα πρώτα αισθητά αποτελέσματα και στη Χώρα μας. Με την καθιέρωση του θεσμού της δικηγορικής εταιρείας επισημοποιήθηκε η μετάβαση σε μία νέα εποχή συνεταιριστικής δράσης και σταδιακής εγκατάλειψης του μεμονωμένου γραφείου ως κυρίαρχου μοντέλου επαγγελματικής απασχόλησης του δικηγόρου. Η συμβουλευτική δικηγορία έχει εξελιχθεί σε ισότιμη μορφή άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος, ενώ πληθαίνουν οι έμμισθες εντολές, στο πρότυπο των αλλοδαπών in-house μοντέλων νομικής υποστήριξης επιχειρήσεων και οργανισμών.

Επιχειρώντας εξάλλου μία συγκριτική επισκόπηση της διεθνούς πραγματικότητας, θα εντοπίσουμε ακόμη μία βασική παθογένεια της ελληνικής δικηγορίας, στην παντελή έλλειψη κουλτούρας προσφυγής σε εναλλακτικές μορφές επίλυσης διαφορών. Η προσκόλληση των ελλήνων νομικών της πράξης στην «ιερότητα» της αντιδικίας υπονομεύει κάθε διάθεση συνδιαλλαγής και συμβιβασμού των αντιτιθέμενων συμφερόντων. Η χρονοβόρος διαδικασία στα Δικαστήρια επιφέρει βλάβη στα συμφέροντα των πολιτών και των επιχειρήσεων και καταφέρει ακόμη ένα καίριο πλήγμα στο κύρος της Δικαιοσύνης.

Την ίδια ώρα, οι εναλλακτικές μορφές επίλυσης διαφορών, είτε με τη μορφή της διαιτησίας, είτε κυρίως της διαμεσολάβησης, αποτελούν ισχυρούς θεσμούς και τυγχάνουν ευρύτατης πρακτικής εφαρμογής στην πλειοψηφία των προηγμένων κρατών. Αποδίδουν εξαιρετικά αποτελέσματα, τόσο μέσα από τον συγκερασμό των αντίθετων θέσεων, όσο και μέσα από την αποφυγή μίας χρονοβόρας και πολυδάπανης αντιδικίας.

Ο δικηγόρος εγκαταλείπει την πολεμική του ακροατηρίου, εκμεταλλεύεται τις προσωπικές του δεξιότητες και την επιστημονική του γνώση και ανάγεται σε κυρίαρχο παράγοντα διαπραγμάτευσης και συμβιβασμού. Τα οφέλη είναι πολλαπλά και άμεσα, με την ελάφρυνση των Δικαστηρίων, την ταχεία επίλυση των διαφορών και την καλλιέργεια ενός νέου νομικού πολιτισμού συνεννόησης και σύνθεσης.

Στη Χώρα μας όλες οι -αποσπασματικές είναι αλήθεια- προσπάθειες εισαγωγής ανάλογων θεσμών στο παρελθόν έπεσαν πάνω σε τείχος δυσπιστίας αλλά και πλήρους αντίθεσης.

Ωστόσο, η υιοθέτηση του Ν.3898/2010 και πολύ περισσότερο η πρακτική εφαρμογή των διατάξεών του με πρωτοβουλία και μέριμνα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, το οποίο έχω την τιμή να υπηρετώ τον τελευταίο χρόνο, αλλάζουν το «χάρτη» της ελληνικής δικηγορίας. Ακολουθώντας βέλτιστες διεθνείς πρακτικές προχωρήσαμε στην έκδοση των απαραίτητων κανονιστικών πράξεων, συγκροτήσαμε την Επιτροπή Πιστοποίησης Διαμεσολαβητών που έχει ήδη αναλάβει το έργο της πιστοποίησης των διαμεσολαβητών ώστε να ξεκινήσει η εφαρμογή του θεσμού στην Ελλάδα. Παράλληλα, σε συνεργασία με τους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, έχουν ήδη ιδρυθεί οι αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες που έχουν αναλάβει ως φορείς κατάρτισης την εκπαίδευση υποψήφιων διαμεσολαβητών.

Παράλληλα, με την προσθήκη του άρθρου 214Β στον Κ.Πολ.Δ, μετά το Ν. 4055/2012, εισήχθη ο θεσμός της δικαστικής μεσολάβησης, ο οποίος έρχεται να συμπληρώσει τη διαμεσολάβηση συνθέτοντας έναν ολοκληρωμένο  μηχανισμό επίλυσης διαφορών εκτός δικαστικών αιθουσών. Πρόκειται για έναν καινοτόμο θεσμό που ήδη εφαρμόζεται με αξιοζήλευτη επιτυχία σε πολλές έννομες τάξεις του εξωτερικού, όπως η Ολλανδία. Είναι μάλιστα πολύ χαρακτηριστική η περίπτωση της Σλοβενίας, όπου η δικαστική μεσολάβηση μπορεί να ενεργοποιηθεί στο σύνολο των αστικών, εμπορικών και εργατικών διαφορών στα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια. Είναι δε εντυπωσιακό το γεγονός ότι το 2011, στο 52% των υποθέσεων ενώπιον της σλοβενικής Δικαιοσύνης στις οποίες προσφέρθηκε δικαστική μεσολάβηση, υπήρξε έκδοση απόφασης και αποφυγή του ακροατηρίου!

Προσωπική μου πεποίθηση είναι ότι, έστω και καθυστερημένα, έχουμε πλέον την ευκαιρία να κάνουμε τα πρώτα βήματα για την καλλιέργεια μίας νέας νοοτροπίας εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών. Η περιβόητη «δικομανία» του ελληνικού λαού, που έχει αναχθεί σε αξίωμα και εύκολη δικαιολογία για τα προβλήματα της Δικαιοσύνης, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι είναι εγγεγραμμένη στο DNA μας, μπορεί και πρέπει να καταπολεμηθεί «από τα άνω».

Από τους ίδιους τους συλλειτουργούς της Θέμιδας, τους δικαστές και κυρίως τους δικηγόρους που θα πρέπει να εμπεδώσουν τον κανόνα ότι η αντιδικία δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά έσχατη λύση.

 

Μέσα σε αυτό το πολυσχιδές πλαίσιο αλλαγών, ο νομικός επιστήμονας του αύριο, κυρίως δε ο νέος συνάδελφος, καλείται να κατέλθει σε έναν επαγγελματικό «στίβο» σκληρό, να επιδοθεί σε έναν δύσκολο «αγώνα αντοχής», πιο απαιτητικό από ό,τι στο παρελθόν. Να πετύχει τη δική του δυναμική στο «λαβύρινθο» της σύγχρονης δικηγορίας και να ανεβεί σκαλί,σκαλί τον ανηφορικό δρόμο της «επαγγελματικής επιτυχίας».

Σ’ αυτή την κοπιώδη προσπάθεια επαγγελματικής καταξίωσης, η εξειδίκευση, είτε μέσω της επαγγελματικής ενασχόλησης με έναν κλάδο δικαίου είτε -κυρίως- μέσα από μεταπτυχιακές σπουδές και επιστημονική επιμόρφωση, αποκτά ιδιαίτερη αξία και περιεχόμενο. Για κάποιους αποτελεί αναγκαία συνθήκη, για κάποιους άλλους αυτοσκοπό, ενώ τείνουν να εκλείψουν οι θιασώτες της θεωρίας του «καλού μύλου», που τη θεωρούν περιττή πολυτέλεια.

Η συζήτηση για τα πλεονεκτήματα της επαγγελματικής εξειδίκευσης δεν είναι ασφαλώς νέα. Ούτε βέβαια στερείται αντιλόγου. Ιδιαίτερα στον δικό μας χώρο, όπου η εξειδίκευση ως επαγγελματική ή εκπαιδευτική επιλογή δεν περιεβλήθη ποτέ θεσμικό ή υποχρεωτικό μανδύα, όπως συνέβη σε άλλους κλάδους, επί παραδείγματι στον ιατρικό.

Η επιστημονική εξειδίκευση δημιουργεί νέους όρους στην άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, οδηγεί σταδιακά στο μοντέλο της στοχευμένης, κατηρτισμένης -boutique- δικηγορίας. Μίας σύγχρονης δικηγορικής πρακτικής προσανατολισμένης στην εξυπηρέτηση των ιδιαίτερων αναγκών του πελάτη σε εντελώς εξειδικευμένους τομείς κοινωνικής και οικονομικής δράσης.

Η παροχή εξειδικευμένων νομικών υπηρεσιών αναβαθμίζει ποιοτικά το έργο των δικηγόρων, εξυπηρετώντας συγχρόνως πληρέστερα τις ανάγκες των πολιτών και των επιχειρήσεων. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η πρακτική και επιστημονική εμβάθυνση του νέου νομικού σε συγκεκριμένους κλάδους ενάσκησης της δικηγορίας παρίσταται ως ένα πολύτιμο εχέγγυο επαγγελματικής επιτυχίας, συνδυαζόμενη βεβαίως με την απαραίτητη επιμόρφωση, κατάρτιση και διαρκή ενημέρωση για τις σύγχρονες εξελίξεις στους επιμέρους τομείς του Δικαίου.

Η ποιοτική αναβάθμιση της παροχής δικηγορικών υπηρεσιών από κατηρτισμένους νομικούς επιστήμονες θα έχει σταδιακά αλλά θεαματικά επωφελή αποτελέσματα σε ολόκληρο το οικοδόμημα της ελληνικής Δικαιοσύνης. Μία εύστοχη και εξειδικευμένη νομική συμβουλή ή ένας επιτυχημένος νομικός χειρισμός μπορεί να προλάβουν ή και να αποτρέψουν μία αντιδικία πριν καν γεννηθεί.

Μία σύγχρονη δικηγορία που δεν θα είναι προσανατολισμένη στο να «γεννά» υποθέσεις και δικαστήρια, μια δικηγορία που θα αποστεί από τη σημερινή «βιομηχανία» άκοπων αγωγών, αβάσιμων μηνύσεων και αδικαιολόγητων ασφαλιστικών μέτρων, που θα αξιοποιεί τις εναλλακτικές μορφές επίλυσης διαφορών, είναι η μόνη μορφή δικηγορίας που μπορεί να συνδράμει στην εξυγίανση και διάσωση του ζωτικού μας χώρου: της ελληνικής Δικαιοσύνης.

 

  1. Κανονιστική παρέμβαση στην απονομή της Δικαιοσύνης – Επίδραση στην άσκηση της δικηγορίας

Εξάλλου, κάθε συζήτηση για το μέλλον της δικηγορίας δεν μπορεί παρά να συναρτηθεί με το παρόν της Δικαιοσύνης, ως ενιαίου, ζωντανού οργανισμού. Μίας Δικαιοσύνης που εν τέλει, παρά τα δομικά της προβλήματα, τη λοιδορία της κοινής γνώμης και τις δυσοίωνες «Κασσάνδρες» που την περιβάλλουν, θα αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και θα ασκήσει με αποτελεσματικότητα και αμεσότητα την υψηλή, δικαιοκρατική της αποστολή.

Ο χρόνος για ανέξοδη φιλοσοφία και φιλολογία έχει παρέλθει προ πολλού και βαδίζουμε ήδη στον μονόδρομο των δραστικών επεμβάσεων και των ανατρεπτικών μεταρρυθμίσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο δράσης, η άμεση αντιμετώπιση των χρόνιων παθογενειών της ελληνικής Δικαιοσύνης κατέχει σήμερα την πρώτη θέση στην ατζέντα της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Από την πρώτη κιόλας ημέρα της ανάληψη των καθηκόντων μ,ας, δεν αρκεστήκαμε σε μια απλή καθημερινή «διαχείριση» της κατάστασης, αλλά -αντιθέτως- αναλάβαμε εκτεταμένες δράσεις προς την κατεύθυνση της οργάνωσης ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού δικαιοδοτικού μηχανισμού. Δέκα μήνες μετά, κι ενώ ουσιαστικά ολοκληρώνεται ένας κύκλος σημαντικού και πολυδιάστατου έργου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης μέσα σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, ξεκινά για εμάς η αποτίμηση των εκτεταμένων κανονιστικών επεμβάσεων στην καθημερινή λειτουργία των Δικαστηρίων.

Είναι κοινή πεποίθηση όλων όσων ζούμε την ελληνική Δικαιοσύνη καθημερινά αλλά και όσων έχουν καταφύγει σ’ αυτή, ότι τα δομικά της προβλήματα και οι μόνιμα παρούσες δυσλειτουργίες της, την έχουν οδηγήσει στο τέλμα της αναποτελεσματικότητας και της οπισθοδρόμησης. Σε ένα αδιέξοδο που σήμερα πολύ εύστοχα ονομάζουμε «φαινόμενο αρνησιδικίας» των ελληνικών Δικαστηρίων.

Όπως έχω επανειλημμένα και δημόσια τονίσει, το φαινόμενο των καθυστερήσεων δεν οφείλεται μόνο σε ενδεχόμενες παραλείψεις των δικαστών, ούτε γίνεται επιμερισμός ευθύνης εις βάρος τους.

Αντιθέτως, όλοι πρέπει να εκλαμβάνουν την «αρνησιδικία» των ελληνικών δικαστηρίων ως μια συστημική παθογένεια για την οποία είναι υπεύθυνο το σύνολο των δικαστικών παραγόντων, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και οι δικηγόροι για τους λόγους που ήδη ανέφερα.

Άλλωστε, οι αιτίες ενός τόσο διαβρωτικού συστημικού φαινομένου, δεν μπορεί να είναι πολυεπίπεδες και να διαχέονται σε όλο το φάσμα των εμπλεκόμενων στη Δικαιοσύνη παραγόντων. Το ίδιο το Κράτος  ευθύνεται για τη διαχρονική παθογένεια της πολυνομίας και των αντικρουόμενων διατάξεων, φωτογραφικών ρυθμίσεων, αποσπασματικών και εξ ορισμού αναποτελεσματικών παρεμβάσεων.

Ακόμη και από τη θέση του διαδίκου, το Δημόσιο, εξαντλώντας τα ένδικα βοηθήματα και μέσα του, ακόμα και σε αμετάκλητα λυμένες υποθέσεις, επιβαρύνει σε μεγάλο βαθμό τα Δικαστήρια, κυρίως τα διοικητικά, τον «μεγάλο ασθενή» της ελληνικής Δικαιοσύνης.

Από την άλλη όχθη, οι έλληνες δικαστές, παρά τη μεγάλη πλειοψηφία των ευσυνείδητων και καταρτισμένων λειτουργών, δεν μπόρεσαν ποτέ, μέσα από τους εσωτερικούς τους θεσμούς επιθεώρησης και αξιολόγησης, να απομονώσουν από το Σώμα τους, εκείνη την -εκτεταμένη πάντως- μειοψηφία όσων αδυνατούν να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους και στις αυξημένες απαιτήσεις για ταχύ και ποιοτικό δικαιοδοτικό έργο. Δυστυχώς, η ανεξάρτητη και αυτοδιοίκητη Δικαιοσύνη δεν πραγματοποίησε ποτέ μια γενναία κάθαρση. Αντιθέτως, το ισοπεδωτικό δόγμα της αρχαιότητας εμπόδιζε την ορθή αξιολόγηση προωθώντας άκριτες προαγωγές με χρονικά μόνο κριτήρια.

Σε αυτήν ακριβώς την ανάγκη για άμεση δράση -εδώ και τώρα- ήρθε να απαντήσει ο Ν. 4055/2012 που πριν λίγες ημέρες τέθηκε σε σταδιακή εφαρμογή από τα ελληνικά Δικαστήρια όλων των κλάδων. Πρόκειται ακριβώς για την πρώτη οργανωμένη και ολομέτωπη απάντηση της ελληνικής Πολιτείας στα φαινόμενα των υπερβολικών καθυστερήσεων στην εκδίκαση των υποθέσεων, ακόμη και των απλούστερων και στην έκδοση των σχετικών αποφάσεων. Σηματοδοτεί την αντίδραση της νομικής κοινότητας στο νοσηρό φαινόμενο της αρνησιδικίας που οδηγεί στην ατιμωρησία, επενεργώντας στην ελληνική κοινωνία ως παράγοντας αποδόμησης.

Μας ήταν από την αρχή σαφές ότι τα περιθώρια ήταν ασφυκτικά και δεν επέτρεπαν μεγάλα λόγια και ευχολόγια. Προχωρήσαμε αμέσως σε πράξεις: προκαλέσαμε ευρύτατο επιστημονικό διάλογο, με τη συμμετοχή ανώτατων δικαστών, δικηγόρων της πράξης, ακαδημαϊκών. Συνεργαστήκαμε, διαφωνήσαμε, συμφωνήσαμε, ακούσαμε θέσεις κι απόψεις, συνθέσαμε διατάξεις, τις θέσαμε σε διαβούλευση, τις διαπραγματευτήκαμε κυριολεκτικά μέχρι την τελευταία στιγμή.

Μέσα από μια μακρά και έντονα δημοκρατική διαδικασία διαλόγου, πετύχαμε τη μέγιστη δυνατή συναίνεση και μπορέσαμε να εφοδιάσουμε την ελληνική Δικαιοσύνη με το νέο νομοθετικό κείμενο: ένα ευρύ κανονιστικό «οπλοστάσιο» κατά της σημερινής αδυναμίας της ελληνικής Δικαιοσύνης να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις της κοινωνίας των πολιτών.

Θα μου επιτρέψετε στο σημείο αυτό να εμμείνω λίγο περισσότερο στην ιδιαιτερότητα της νομοπαρασκευαστικής διαδικασίας του Ν. 4055/2012. Και τούτο διότι για πρώτη φορά «έσπασε» η προβληματική παράδοση που ήθελε κάθε νομοθετική πρωτοβουλία να προϋποθέτει τη συμμετοχή των συνδικαλιστικών ενώσεων, των «θιγόμενων» φορέων, οι οποίοι, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, απλά και μόνο προασπίζονταν τα συντεχνιακά συμφέροντα του κλάδου τους, αδιαφορώντας για το στόχο.

Αντιθέτως, τα πρόσωπα που τελικώς απάρτισαν τις τρεις ομάδες εργασίας είναι εγνωσμένης αξίας νομικοί επιστήμονες που εξασκούν καθημερινά το λειτούργημα του δικαστή ή του δικηγόρου. Δεν ζουν σε κάποια μεταφυσική «γυάλα» θεωρητικολογίας, αλλά κινούνται καθημερινά στα Δικαστήρια, σε αντίθεση με όσα αβάσιμα και ανώριμα ελέχθησαν. Επιπλέον, δεν επελέγησαν επί τη βάσει προσωπικής φιλίας ή εκτίμησης, αλλά επειδή γνωρίζαμε ότι μοιράζονται κοινές μ’ εμάς ιδέες και προσδοκίες για μία εντελώς διαφορετική Δικαιοσύνη.

Δημιουργήσαμε ευέλικτες δομές νομοπαρασκευαστικής μελέτης και σύνθεσης, υπό την πολιτική καθοδήγηση του Υπουργείο Δικαιοσύνης. Η φιλοσοφία μίας μόνιμης επιτροπής εξαντλείται στη νομοτεχνική διατύπωση των νέων διατάξεων. Κάτι τέτοιο ωστόσο ικανοποιείται με τη λειτουργία της Κεντρικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής (ΚΕΝΕ) της Βουλής. Κατά συνέπεια, αν κάτι λείπει κατά κανόνα από την Ελλάδα δεν είναι οι μόνιμες επιτροπές αλλά η σταθερή, στιβαρή πολιτική βούληση για μεταρρυθμίσεις.

Απαντώντας δε σε έναν άλλο σύγχρονο μύθο, επαναλαμβάνω σε κάθε τόνο, ότι ο Ν. 4055/2012 ήταν γνήσιο προϊόν της νομοθετικής μας πρωτοβουλίας και όχι απότοκος εξωγενών πιέσεων. Όταν οι εκπρόσωποι των διεθνών πιστωτών έμαθαν για το νομοσχέδιο αυτό είχε ήδη ολοκληρωθεί και αναρτηθεί στο διαδίκτυο προς δημόσια διαβούλευση.

Στη συνέχεια δε το περιέλαβαν στην επόμενη αναθεώρηση των μνημονιακών υποχρεώσεων της Χώρας, αναγνωρίζοντας τη σημασία της επιτάχυνσης της Δικαιοσύνης για την ελληνική οικονομία. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι το νομοσχέδιο προστέθηκε με τον τότε ισχύοντα τίτλο του «για την αντιμετώπιση της αρνησιδικίας», πριν αυτός αλλάξει με τη συνεργασία των δικαστικών ενώσεων.

Με αυτές τις ιστορικές καταβολές, το νέο νομοθετικό εργαλείο στοχεύει στην άμεση αποσυμφόρηση και επιτάχυνση των ελληνικών Δικαστηρίων, μέσα από μια εκτεταμένη σειρά καίριων στοχευμένων παρεμβάσεων σε όλους τους κλάδους της ελληνικής Δικαιοσύνης.

Χωρίς καμία υπερβολή, ο Ν. 4055/2012 «γεννήθηκε» και τέθηκε σε εφαρμογή όταν πλέον τα περιθώρια για την ελληνική Δικαιοσύνη είχαν ήδη γίνει ασφυκτικά. Κανείς φυσικά δεν μπορεί να τον εκλάβει ως πανάκεια, ως το «θαυματουργό χάπι» της οριστικής και μόνιμης θεραπείας. Ασφαλώς και δεν περιλαμβάνει όλες τις παρεμβάσεις που χρειάζεται η ελληνική Δικαιοσύνη, όμως, στο μέτρο που αναλογεί στον διαθέσιμο χρόνο, η συντελούμενη κανονιστική παρέμβαση εκτείνεται σε ευρεία κλίμακα.

Παρά τις περί του αντιθέτου δυσοίωνες προβλέψεις, οι πρώτες εμπειρίες από τη σταδιακή έναρξη εφαρμογής του νέου Νόμου είναι ιδιαίτερα θετικές. Με τη συνεργασία των δικαστών, έχουν ήδη αρχίσει να εφαρμόζονται οι διατάξεις για σύντομο προσδιορισμό των ενδίκων βοηθημάτων σε μια σειρά από διαδικασίες, όπως οι εργατικές υποθέσεις, οι οικογενειακές διαφορές, οι ανακοπές κατά αναγκαστικής εκτέλεσης, οι μισθωτικές διαφορές, το συναινετικό διαζύγιο, το οποίο γίνεται ζήτημα μερικών μόλις ημερών, ενώ αλλάζει δραστικά η διαδικασία των προσωρινών διαταγών και των ασφαλιστικών μέτρων και ενισχύεται η θεσμική υπόσταση των Ειρηνοδικείων. Παράλληλα, υλοποιούνται με επιτυχία οι παρεμβάσεις στην ποινική προδικασία και στη διοικητική δικονομία, απαλύνοντας χρόνιες παθογένειες του συστήματος.

Ο νέος νόμος αποτέλεσε, λοιπόν, μία μορφή «Ασφαλιστικών Μέτρων» κατά της αρνησιδικίας, μία δραστική «πυροσβεστική» επέμβαση στις δικαστικές παθογένειες. Παράλληλα, η όλη φιλοσοφία των διατάξεών του εγκαινιάζει μία νέα ιστορική περίοδο ριζικής επαναθεώρησης όσων ισχύουν μέχρι σήμερα στα ελληνικά δικονομικά και δικαστηριακά πράγματα.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται η ειδοποιός διαφορά του Ν.4055/2012 σε σχέση με όλες τις προηγούμενες προσπάθειες επιτάχυνσης:

Ο νέος Νόμος είναι απόλυτα ενταγμένος σε ένα οργανωμένο στρατηγικό σχέδιο μεταρρύθμισης και αναδιοργάνωσης του τρόπου λειτουργίας των ελληνικών Δικαστηρίων. Ήδη κατευθυνόμαστε με γοργούς ρυθμούς προς ένα νέο «Σχέδιο Καλλικράτη» στους κόλπους της Δικαιοσύνης, σε πρώτη φάση με τη συγχώνευση και κατάργηση ανενεργών ή υπολειτουργούντων Ειρηνοδικείων και σε βάθος χρόνου με την πλήρη αναδιοργάνωση των Πρωτοδικείων.

Συγχρόνως, η μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης θα πρέπει απαραιτήτως να περιλαμβάνει την πλήρη αναθεώρηση βασικών νομοθετικών κειμένων. Ήδη, στους κόλπους του Υπουργείου Δικαιοσύνης έχει συσταθεί ειδική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή για την κατάστρωση ενός νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Αποστολή της δεν είναι απλά και μόνο η αποσπασματική προσέγγιση του υπάρχοντος status quo των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά αντιθέτως η εκ βάθρων αναδιοργάνωση της πολιτικής δίκης. Η Πολιτεία και η ελληνική νομική κοινότητα καλούνται να αξιοποιήσουν τις βέλτιστες πρακτικές που εφαρμόζονται σε άλλες έννομες τάξεις και να προχωρήσουν σε τολμηρές λύσεις: στην υιοθέτηση νέων θεσμών, στην επανασχεδίαση της δομής των πολιτικών δικαστηρίων, στην καθιέρωση νέων εξειδικευμένων δικαιοδοτικών οργάνων ανά κατηγορία αξιώσεων: οικογενειακών δικαστηρίων, δικαστηρίων αστικών (ενοχικών) απαιτήσεων, εμποροδικείων, στην ισχυροποίηση των δικαστικών διαταγών προς πληρωμή κ.ά.

Η επεξεργασία νομοθετικών λύσεων δεν εξαντλείται στον χώρο των πολιτικών δικαστηρίων. Ήδη έχουμε στα χέρια μας ένα ολοκληρωμένο Σχέδιο Νέου Ποινικού Κώδικα που καταρτίσθηκε μετά από πολύμηνη επιστημονική επεξεργασία. Παράλληλα, εντατικοποιείται η προσπάθεια αποσυμφόρησης των Διοικητικών Δικαστηρίων που σήμερα παρουσιάζουν την εικόνα του «μεγάλου ασθενούς» της ελληνικής Δικαιοσύνης.

Προωθούμε κατά προτεραιότητα την καθιέρωση ενός σταδίου υποχρεωτικής ενδικοφανούς προσφυγής, η οποία θα καταλαμβάνει -οριζόντια- ολόκληρο το φάσμα της δράσης της Δημόσιας Διοίκησης, εξασφαλίζοντας αντικειμενική και αμερόληπτη κρίση από ανεξάρτητα δικαιοδοτικά όργανα χωρίς επιβάρυνση των Δικαστηρίων.

Συγχρόνως και πάντοτε με πρωτοβουλία του Υπουργείου, ο απαρχαιωμένος και αναχρονιστικός Κώδικας περί Δικηγόρων αντικαθίσταται από ένα νέο νομοθέτημα που θα απαντά στις σύγχρονες ανάγκες του δικηγορικού κλάδου.

Στο ίδιο ακριβώς μεταρρυθμιστικό πλαίσιο, προωθούμε με πολλή προσοχή τη μετάβαση της ελληνικής Δικαιοσύνης στην ψηφιακή εποχή και σχεδιάζουμε την εκτεταμένη αλλά μελετημένη αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών. Η ηλεκτρονική Δικαιοσύνη (E-Justice), έννοια μέχρι πρότινος άγνωστη, καταλαμβάνει πλέον κομβική θέση στις προτεραιότητες του Υπουργείου, όχι μόνο μέσα από μία εκτεταμένη δέσμη μέτρων αλλά και από την υιοθέτηση για πρώτη φορά ενός ολοκληρωμένου σχεδίου δράσης (action plan) για την αξιοποίηση κάθε δυνατότητας της νέας τεχνολογίας με όραμα την προοπτική της ηλεκτρονικής δίκης -paperless procedure-.

Η έναρξη λειτουργίας του συστήματος ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφων στο Πρωτοδικείο Αθηνών αποτελεί το πρώτο, απτό αποτέλεσμα μιας δέσμης συγκροτημένων ενεργειών. Μέσα σε διάστημα μερικών μόνο μηνών και εν μέσω της σοβαρότερης δημοσιονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, καταφέραμε να υλοποιήσουμε ένα ασφαλές, εύχρηστο, ευέλικτο και φιλικό προς τον δικηγόρο σύστημα ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφων.

Ήδη λειτουργούν ειδικές επιτροπές με αντικείμενο την ηλεκτρονική κατάθεση μηνύσεων, προτάσεων και σχετικών και την εισαγωγή της τηλεδιάσκεψης στην ελληνική Δικαιοσύνη. Πρόκειται για θεσμούς καινοφανείς και πρωτοποριακούς που πρόκειται να αναβαθμίσουν την καθημερινή ζωή του δικηγόρου, εξοικονομώντας πολύτιμες εργατοώρες και περιττό κόστος.

 

 

  1. Συμπερασματικές Παρατηρήσεις

Πάγια προσωπική μου θέση είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να είναι εκτεταμένες και να φτάνουν στο βαθμό της ανατροπής όσων ίσχυσαν επί χρόνια, παρά τον στρεβλό τους χαρακτήρα. Εφ’ όσον όλοι συμφωνούμε ότι η ελληνική Δικαιοσύνη δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε, εφ’ όσον όλοι συνηγορούμε αναφανδόν υπέρ της ανάγκης για άμεσες και αποτελεσματικές λύσεις, θα πρέπει σήμερα κιόλας να εγκαταλείψουμε τα μεγάλα λόγια και να περάσουμε σε πράξεις, υλοποιώντας την ανεπιφύλακτη διάθεσή μας για ρήξη με το παρελθόν.

Η άμεση προώθηση των μεταρρυθμίσεων για μια σύγχρονη και φιλική προς τους πολίτες Δικαιοσύνη είναι συνθήκη απαραίτητη για τη διασφάλιση ενός καλύτερου, πιο βέβαιου και ασφαλούς μέλλοντος για τη δικηγορία και τους λειτουργούς της.

Ο αυριανός δικηγόρος καλείται να υποστηρίξει την ανανέωση του προβληματικού τοπίου της ελληνικής Δικαιοσύνης. Να στηρίξει τις μεταρρυθμίσεις, να τις περιβάλει με την εμπιστοσύνη του και να βοηθήσει την εφαρμογή τους.

Μόνο μέσα από την εμπέδωση ενός αξιόπιστου και αποτελεσματικού δικαιοδοτικού μηχανισμού, θα μπορέσει η ελληνική δικηγορία, έμμισθη ή μη, να ανακτήσει το κύρος της, να επανακαταλάβει την κομβική θέση που της αρμόζει, στο κέντρο των εξελίξεων, και να διεκδικήσει εκ νέου τον τίτλο της, ως της πλέον δυναμικής και προοδευτικής επιστημονικής κοινότητας της Χώρας.

Η κρίση που διανύουμε, μας έχει πλήξει οικονομικά και κοινωνικά. Είναι στο χέρι μας να εκμεταλλευτούμε τις ευκαιρίες που αφήνει πίσω της. Διδασκόμενοι από τα λάθη του «χθες», ας κάνουμε το προβληματικό «σήμερα» αφετηρία για ένα καλύτερο και ασφαλέστερο «αύριο».