1ο Συνέδριο του Greek Law Digest – Legal & Business Challenges in Today’s Greece

Ομιλία του Νικόλα Κανελλόπουλου, στο 1ο Συνέδριο του Greek Law Digest – Legal & Business Challenges in Today’s Greece, με θέμα «Τουρισμός – Τι χρειάζεται να γίνει;», που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, την Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου, στο ξενοδοχείο Wyndham Grand Athens.

 

«Είναι μεγάλη μου χαρά να βρίσκομαι σήμερα ανάμεσά σας προκειμένου να συζητήσουμε για ένα μεγάλο κεφάλαιο για την ελληνική οικονομία, τον τουρισμό, τον τομέα που υπηρέτησα πριν από λίγα χρόνια ως Πρόεδρος του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού και μάλιστα στις πιο δύσκολες του εποχές.

Όποιος έχει άμεση ή έμμεση ενασχόληση με τον Τουρισμό, γνωρίζει ότι η ανάπτυξη του κλάδου δεν είναι ούτε μονόλογος, ούτε ευχολόγιο. Προϋποθέτει εκ βάθρων αναγνώριση και αποτύπωση των πραγματικών συνθηκών της ελληνικής τουριστικής αγοράς, ταχύτητα, προσαρμοστικότητα και συνέργειες που δεν πρέπει να ενσκύπτουν  στο βωμό συντεχνιακών ή πολιτικών αγκυλώσεων.

Στις δύσκολες στιγμές που διανύει η ελληνική οικονομία, οι τουριστικές επιχειρήσεις παρά τις τεράστιες αντιξοότητες, στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων, με επαγγελματική συνείδηση, απορροφώντας κάθε φορά τους κραδασμούς, επιτυγχάνοντας έτσι να αυξήσουν ακόμα και τη ζήτηση του ίδιου του τουριστικού μας προϊόντος. Έκαναν την κρίση ευκαιρία και σταδιακά δημιούργησαν νέες βάσεις, υγιείς και στέρεες για την τουριστική βιομηχανία.

Όμως οι όποιες συγκυριακές επιτυχίες του τουρισμού δεν επιτρέπουν εφησυχασμό και απαιτούν στρατηγική και βάσεις για το μέλλον.

Η ελληνική οικονομία μπορεί να επανέλθει σε βιώσιμη ανοδική τροχιά, μέσα από ένα νέο εξωστρεφές πρότυπο ανάπτυξης, εκμεταλλευόμενη τα δυναμικά συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Στην πορεία αυτή στον τουρισμό επιφυλάσσεται κεντρικός ρόλος, δεδομένου ότι συνεχίζει να επιδεικνύει αξιόλογες αναπτυξιακές επιδόσεις, συμβάλλοντας σημαντικά στη διαμόρφωση του ΑΕΠ.

Το 2015 οι ταξιδιωτικές εισπράξεις συνεισέφεραν άμεσα περίπου 8% του ΑΕΠ, έναντι 5% το 2008.  Όσον αφορά στις εξαγωγικές επιδόσεις της οικονοµίας, για το 2014 οι τουριστικές υπηρεσίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 43% των συνολικών εισπράξεων του ισοζυγίου υπηρεσιών, ενώ οι καθαρές τουριστικές εισπράξεις καλύπτουν το 62% του πλεονάσµατος του ισοζυγίου υπηρεσιών.

Κατά το 2016, ο ελληνικός τουρισμός αντιμετώπισε μια σειρά από ιδιαίτερες προκλήσεις μετά το ρεκόρ αφίξεων και εσόδων που σημειώθηκαν το 2015. Το 2015 η Ελλάδα υποδέχθηκε περισσότερους από 26 εκατομμύρια τουρίστες, εμφανίζοντας μια αύξηση του αριθμού τους κατά 7,6%, ενώ τα έσοδα της χώρας ξεπέρασαν τα 14 δισεκατομμύρια, παρουσιάζοντας αύξηση 5,5%. Πέρα από την πολύ αργή ανάπτυξη στην Ευρώπη, από όπου προέρχονται οι περισσότεροι επισκέπτες, η προσφυγική κρίση σε συνδυασμό με γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή μας και τους αυξημένους φόβους για τρομοκρατία, αποθάρρυναν την έλευση επισκεπτών, συνεχίζοντας να αποτελούν κινδύνους για την αύξηση του αριθμού των επισκεπτών της χώρας μας.

Υπολογίζεται ότι κατά το πρώτο εξάμηνο του 2016, όταν και οι συνέπειες της προσφυγικής κρίσης ήταν εντονότερες, οι οδικές αφίξεις μειώθηκαν κατά 15%, ενώ μέχρι σήμερα οι αεροπορικές αφίξεις στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου εμφανίζονται ιδιαίτερα μειωμένες. Η απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) αποτέλεσε ένα επιπλέον αρνητικό στοιχείο, με απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον αφού η τουριστική αγορά της Μεγάλης Βρετανίας αποτελούσε ιστορικά έναν από τους πιο σημαντικούς πυλώνες στήριξης του ελληνικού τουρισμού.

Οι φορείς του τουρισμού στη χώρα μας, όπως είπαμε, προσπάθησαν να απαντήσουν στις  εξωτερικές προκλήσεις εντείνοντας τις προσπάθειες προσέλκυσης επισκεπτών.

Έτσι, διατηρήθηκε  και το 2016 η ανοδική τάση στον αριθμό των αφικνουμένων επισκεπτών, αλλά παρατηρήθηκε μείωση των τουριστικών εισπράξεων.

Η μείωση αυτή στα έσοδα, παρά την αύξηση των επισκεπτών, υποκρύπτει μια πιο μακροχρόνια τάση, δηλαδή την υποχώρηση των δαπανών ανά επισκέπτη και ανά διανυκτέρευση που εντοπίζεται τα τελευταία χρόνια. Αυτό είναι αποτέλεσμα της αλλαγής της εισοδηματικής κατάστασης των επισκεπτών, καθώς η Ελλάδα προσελκύει λιγότερους επισκέπτες υψηλού εισοδήματος, αλλά και του μίγματος των χωρών προέλευσης των επισκεπτών μας.

Θα πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη και η σχέση των αφίξεών μας με την παγκόσμια οικονομία, η είσοδος νέων ανταγωνιστριών χωρών, αλλά και η χρήση του διαδικτύου που επιτρέπει πλέον τη σύγκριση τιμών εντείνοντας περαιτέρω τον ανταγωνισμό. Αυτό οδηγεί μονοσήμαντα στην αντίστοιχη προσαρμογή του μοντέλου τουριστικής ανάπτυξης, στοχεύοντας στην περαιτέρω αναβάθμιση του προϊόντος και την εξειδίκευση των τουριστικών υπηρεσιών,  ώστε να απαντά στις ανάγκες υψηλού εισοδηματικού τουριστικού κοινού.

Ειδικότερα:


ΒΑΣΙΚΟΙ – ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ:

  • Οφείλει η Ελληνική Πολιτεία να λειτουργήσει με γνώμονα τη βιωματική αντίληψη του επισκέπτη, στην οποία θα πρέπει να προσδώσει τη βαρύτητα που της αξίζει.Έτσι, ο τουρισμός ενώ συνεχίζει να αποτελεί την ατμομηχανή της οικονομίας μας, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται από τους παράγοντες του χώρου, ως μια ευέλικτη και εύπλαστη προσωποπαγής υπηρεσία για τον άνθρωπο, ως μια εξατομικευμένη κατά το δυνατόν υπηρεσία προς τον ταξιδιώτη, τον φιλοξενούμενο, με πολύπλευρες, εξελισσόμενες εξατομικευμένες απαιτήσεις.

Το νέο αυτό μοντέλο θεώρησης της τουριστικής ανάπτυξης κατατείνει στον «έξυπνο», «στοχευμένο» και «ευέλικτο» τουρισμό, με παροχή δυνατοτήτων  προσαρμογής και παραμετροποίησης σε εξατομικευμένες ανάγκες.

  • Απαιτείται πλέον η αποκρυστάλλωση του τουριστικού προφίλ της χώρας μας και η δημιουργία σταθερής εθνικής τουριστικής ταυτότητας, η οποία να συνδυάζει την ανθρωποκεντρική βιωματική αντίληψη της Ελλάδας, με επίκεντρο τον ίδιο τον ταξιδιώτη και τις προσδοκίες του από τη φύση, τον πολιτισμό, τις δραστηριότητες καθώς και τις εξειδικευμένες υπηρεσίες της Ελλάδας, απαραίτητα συστατικά για την εισροή ποιοτικού τουρισμού στη χώρα.
  • Όμως, ο ποιοτικός τουρισμός, και οι άριστες υποδομές αποτελούν στοιχεία που επιβάλλουν να αναμορφωθεί τάχιστα και το περιβάλλον προσέλκυσης των τουριστικών επενδύσεων.

Ζούμε στη χώρα που αποτελεί τον πανθομολογούμενα πρώτο αγαπημένο τουριστικό προορισμό, με παγκόσμιας εμβέλειας αναγνωρισιμότητα και προσδοκία άμεσης επίσκεψης από το μέσο τουρίστα. Το γεγονός αυτό, καθιστά την Ελλάδα  a priori φιλόξενο και πολλά υποσχόμενο τουριστικό προορισμό, με εξασφαλισμένη θα λέγαμε τουλάχιστον την «πελατεία» στον επίδοξο επενδυτή, στοιχείο που αποτελεί κατ’ αρχάς τη βασική συνισταμένη για μια κερδοφόρο και υγιή ανάπτυξη.
Όμως δεν αρκεί πια η αδιαφιλονίκητα φυσική ομορφιά και ο γεωγραφικός και πολιτισμικός μας πλουραλισμός. Η Ελλάδα οφείλει να διαμορφώσει και να προβάλλει μια σταθερή και συμπαγή επενδυτική ταυτότητα, με κορωνίδα την ανάπτυξη ποιοτικών τουριστικών υποδομών και παράλληλο εκσυγχρονισμό των ήδη υφιστάμενων δομών.

Και σταθερή επενδυτική ταυτότητα, σημαίνει διαμόρφωση φιλικής επενδυτικής δραστηριότητας, απλοποίηση διαδικασιών και βαθιά τομή στο γραφειοκρατικό πεδίο και τους χρόνους υλοποίησης.
Ο σχεδιασμός αυτός και η υλοποίησή του εν μέσω της οικονομικής κρίσης, οφείλει να αναδεικνύει τις επενδυτικές δυνατότητες που προσφέρει ο κλάδος του τουρισμού, να επεκτείνεται σε ένα ευρύ φάσμα υποδομών και υπηρεσιών που περιλαμβάνει τουριστικές εγκαταστάσεις και μεγάλα δημόσια έργα, μεταφορές, νέες τεχνολογίες, συνδυασμένες υπηρεσίες αιχμής, σε όλα αυτά δηλαδή, που συνδιαμορφώνουν τη λεγόμενη τουριστική βιομηχανία στην πορεία ανάπτυξης της χώρας.

  • Είναι εξαιρετικά σημαντικό να σχεδιαστεί η στρατηγική εκείνη η οποία θα μεγιστοποιήσει τη διασύνδεση του τουρισμού με τους υπόλοιπους τομείς της ελληνικής οικονομίας.

Ζητούμενο αποτελεί η ανοδική εξέλιξη του Τουρισμού να συμπαρασύρει τον πρωτογενή τομέα, τη μεταποίηση, τις κατασκευές, τη βιομηχανία. Αυτός είναι ο δρόμος για να οδηγηθεί η χώρα στην πολυπόθητη ανάπτυξη.

Μελετώντας μοντέλα καλών πρακτικών από το Εξωτερικό, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι όλες ανεξαιρέτως οι χώρες υιοθετούν τη λύση της συνέργειας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, προς την κατεύθυνση διαμόρφωσης και υλοποίησης  εθνικής στρατηγικής προβολής του τουριστικού προϊόντος. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, αυτό δεν έχει καταστεί ακόμη εφικτό, με αποτέλεσμα η δημιουργία ενιαίας ταυτότητας και η δημιουργία του ελληνικού Brand name της χώρας να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά, με προφανή κίνδυνο τη δημιουργία μιας «ευκαιριακής» εικόνας του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.

Ο εθνικός φορέας τουρισμού πρέπει να χαράσσει κεντρική στρατηγική, συνεπικουρούμενος από τον ιδιωτικό τομέα και χρηματοδοτούμενος τόσο από το κράτος όσο και από τον ιδιωτικό τομέα.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Marketing Greece, της ιδιωτικής εταιρείας προβολής του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, που συστήθηκε το 2013 από τον ΣΕΤΕ, το ΞΕΕ και την Ένωση Εταιριών Διαφήμισης και Επικοινωνίας Ελλάδος (ΕΔΕΕ) και στην οποία ιδανικά θα μπορούσε να είχε συμμετάσχει (και το Ελληνικό Δημόσιο μέσω του ΕΟΤ) ώστε να συνεργάζονται στρατηγικά στο πλαίσιο της χάραξης εθνικής στρατηγικής και συστράτευσης όλων των φορέων του τουρισμού με στόχο τη δημιουργία ενιαίας τουριστικής ταυτότητας της χώρας.

Περαιτέρω, είναι αναγκαία η αύξηση των αγορών–στόχων, μέσα από κατάλληλες πολιτικές μάρκετινγκ σε κάθε αγορά, με εξειδικευμένη διαφημιστική καμπάνια, με έμφαση στις χώρες που παρουσιάζουν την υψηλότερη δαπάνη ανά διανυκτέρευση.

  • Παραμένει ζητούμενο η επέκταση της τουριστικής περιόδου σε όλη τη διάρκεια του έτους, μέσω της ανάπτυξης του τουριστικού προϊόντος και πέραν του παραδοσιακού προτύπου «ήλιος και θάλασσα» (sea & sun), με τη δημιουργία διαφοροποιημένων προϊόντων, που θα επικεντρώνονται και σε εναλλακτικές μορφές τουρισμού.

 

ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ:

Στην  περαιτέρω αύξηση του τουρισμού τη χώρα μας, μπορούν να οδηγήσουν ενέργειες όπως:

  • Η ουσιαστική και οριζόντια επιτάχυνση της αδειοδότησης των τουριστικών επιχειρήσεων
  • Η στήριξη καινοτόμων επιχειρήσεων στον τουρισμό και η διασύνδεση της καινοτομίας, των clusters και των startups με τον ελληνικό τουρισμόπου θα συμβάλλει στην ενίσχυση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος
  • Η περαιτέρω ενίσχυση των εναλλακτικών μορφών τουρισμού και ο επαναπροσδιορισμός της τουριστικής πολιτικής στο πρότυπο της αειφόρου ανάπτυξης. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι τα Ηνωμένα Έθνη έχουν ανακηρύξει το 2017 ως Έτος για τον αειφόρο τουρισμό με σύνθημα το “Travel, enjoy, respect”.
  • Ο εκσυγχρονισμός και η αναβάθμιση των περιφερειακών αεροδρομίων της χώρας, ώστε να οδηγηθούμε σε άμεση επαύξηση των πτήσεων προκειμένου να καταστούν διεθνούς ενδιαφέροντος οι τοπικοί εθνικοί προορισμοί.
  • Η άμεση δημιουργία ενός ενιαίου και σταθερού ειδικού χωροταξικού σχεδιασμού, με αποκρυσταλλωμένες χρήσεις γης, αξιοποίηση του νομικού οπλοστασίου των Ειδικών Σχεδίων Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΣΧΑΣΕ) και Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (ΕΣΧΑΔΑ) και περαιτέρω ανάπτυξη σύγχρονων τουριστικών προϊόντων, όπως τα σύνθετα τουριστικά καταλύματα και η τουριστική κατοικία.
  • Η αναβάθμιση και αξιοποίηση υποδοµών όπως οι µαρίνες, οι οποίες µπορούν να συμβάλλουν στην αύξηση του θαλάσσιου και ναυτικού τουρισµού, ενισχύοντας περαιτέρω την τουριστική κίνηση στην Ελλάδα, δεδομένου ότι η σημασία και η πολυμορφία του παράκτιου και θαλάσσιου (nautical) τουρισμού είναι κρίσιμο μέσο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας του τουρισμού και της αντιμετώπισης της εποχικότητας.

Τα 16.000 χλμ της ελληνικής ακτογραμμής και τα 6.000 νησιά και βραχονησίδες της χώρας αποτελούν μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα που θα πρέπει να αξιοποιηθεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό.

  • Η αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών, με κατάλληλο εμπλουτισμό τους, για την ενίσχυση του «Συνεδριακού Τουρισμού».
  • Η αναβάθμιση των λιµενικών υποδοµών και η συγκρότηση εθνικού σχεδίου ανάπτυξης της κρουαζιέρας ―ειδικά της κρουαζιέρας µε αφετηρία ελληνικό λιµένα (home porting).
  • Η ομογενοποιημένη αστική ανάπλαση τουριστικών θερέτρων και προορισμών προς το σκοπό δημιουργίας ή διατήρησης της τοπικής ταυτότητας
  • Η σύμμετρη και ισορροπημένη ανάπτυξη του παραλιακού μετώπου της Αττικής που παραμένει δογματικά επενδυτικά ακρωτηριασμένο.
  • Η ενίσχυση των υποδομών γκολφ, δεδομένου ότι αποτελεί παγκοσμίως μία εξαιρετικά δυναμική τουριστική αγορά, με περισσότερους από 50 εκατομμύρια καταναλωτές υψηλών εισοδημάτων και με 32.000 και πλέον γήπεδα ανά τον κόσμο.

Ειδικά για την Ελλάδα, η δημιουργία υποδομών γκολφ – και κατά συνέπεια η διοργάνωση μεγάλων αθλητικών γεγονότων με επίκεντρο το εν λόγω άθλημα ότι μπορεί να οδηγήσει – με δεδομένες και τις ποιοτικές τουριστικές υποδομές που διαθέτουμε ως χώρα – στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου αλλά και στην ουσιαστική αύξηση των εισερχόμενων τουριστών στη χώρα μας.

  • Η ενίσχυση της προσέλκυσης επισκεπτών για μικρά διαστήματα (citybreaks), ιδιαίτερα στις πόλεις μας, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, που συνήθως έχουν μεγαλύτερη δαπάνη ανά ημέρα και είναι λιγότερο προσανατολισμένη στους θερινούς μήνες αιχμής.
  • Την περίοδο της κρίσης οι τουριστικές επιχειρήσεις – όπως άλλωστε όλοι οι κλάδοι της ελληνικής οικονομίας- αναγκάστηκαν να λειτουργήσουν σε περιβάλλον αυξανόμενης φορολογικής επιβάρυνσης, η οποία πλήττει την ανταγωνιστικότητα.

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει τονίσει ότι η δημοσιονομική προσαρμογή πρέπει να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στη μείωση των δημοσίων δαπανών και όχι στην αύξηση των φορολογικών συντελεστών.

Πρέπει να καταστεί ευκολότερη η ελάφρυνση του φορολογικού βάρους, μέσω της μείωσης των φορολογικών συντελεστών. Αυτό είναι απαραίτητη προϋπόθεση, όσον αφορά στη δημιουργία ενός θεσμικού περιβάλλοντος φιλικού προς την επιχειρηματικότητα και την προσέλκυση νέων επενδύσεων.

 Εξίσου σημαντική κρίνεται και η θεσμοθέτηση σταθερού φορολογικού πλαισίου για τις τουριστικές υπηρεσίες και τις επενδύσεις.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διαρθρωτικές αλλαγές που έγιναν τα τελευταία χρόνια, σε συνδυασμό με τη μείωση των τιμών, συνέβαλαν στην άνοδο του τουρισμού και μετρίασαν τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, μέσω της κλαδικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας. Η αύξηση των επενδύσεων σε ξενοδοχεία υψηλής ποιότητας και η αναβάθμιση του ξενοδοχειακού δυναμικού με αύξηση των διαθέσιμων κλινών, σε συνδυασμό με την προσαρμοστικότητα στις νέες οικονομικές συνθήκες, που επέδειξε η τουριστική δραστηριότητα, πρέπει όχι μόνο να συνεχισθεί αλλά και να ενταθεί, ώστε ο τουρισμός να αποτελέσει την κινητήρια δύναμη και βέλτιστο παράδειγμα για την νέου τύπο ανάπτυξη που χρειάζεται η χώρα.

  • Περαιτέρω, είναι αναγκαία η ανάδειξη της ελληνικής γαστρονομίας. Η Ελληνική γαστρονομία, δυστυχώς τα τελευταία χρόνια δεν είχε συμπεριληφθεί στα καθοριστικά κριτήρια επιλογής όσων αποφασίζουν να επισκεφθούν τη χώρα μας, ενώ απαντάται ως κρίσιμο μέγεθος σε άλλους προορισμούς. Αν όμως αναλογιστεί κανείς τη θέση αξιολόγησής της ανάμεσα στις εμπειρίες τους κατά τη στιγμή της αποχώρησής τους, τότε διαπιστώνουμε ότι μπορεί και πρέπει να αποτελέσει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα για τον τουρισμό και την οικονομία γενικότερα.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού, το 44% των ταξιδιωτών ανά τον κόσμο, θεωρούν το φαγητό ως ένα από τα πρωτεύοντα κριτήρια του τόπου που θα επισκεφθούν. Χρόνια ολόκληρα τώρα, οι πελάτες των ξενοδοχείων γεύονται το κλασσικό, τυποποιημένο  αγγλικό πρωινό, το οποίο αποτελεί το «prêt a porter» πρωινό, δηλαδή το δεδομένο, προδιαγεγραμμένο, τυποποιημένο γευστικό κομμάτι, που αναντίρρητα μπορεί να δικαιούται τη σφραγίδα του δοκιμασμένου και ποιοτικού. Όμως η Ελλάδα είναι μια χώρα που προσδιορίζεται από υψηλή «γαστρονομία», συνώνυμο της ποιότητας, της ειδικής ταυτότητας και της υγιεινής μεσογειακής κουζίνας.

Το «Ελληνικό Πρωινό», το οποίο είχα την τιμή να εγκαινιάσω ως Πρόεδρος του ΕΟΤ, η χρήση ελληνικών προϊόντων και η πιστοποίηση της ελληνικής παραδοσιακής κουζίνας είναι sine qua non προϋποθέσεις του ανθηρού μέλλοντος της ελληνικής τουριστικής ιδιαιτερότητας.

Είναι αναγκαία η οργανική διασύνδεση της τουριστικής καταναλωτικής ζήτησης µε την αύξηση της εγχώριας παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων και µε την ενδυνάµωση των εγχώριων διακλαδικών σχέσεων, ώστε να ελαχιστοποιηθεί το ποσοστό των εισαγομένων εισροών που προορίζονται για ικανοποίηση της τουριστικής ζήτησης.

Επιπλέον, η αλλαγή νοοτροπίας που αφορά στην προώθηση της ελληνικής τουριστικής ταυτότητας, σίγουρα αποτελεί μία καινοτομία ζητούμενη, αλλά ταυτόχρονα και αναγκαία, σύμφωνα με την τεχνολογική εξέλιξη αλλά και τις απαιτήσεις στην αγορά. Έτσι, η επένδυση σε  πλατφόρμες προβολής στο διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης απαντά στις προκλήσεις των καιρών, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί μία πολύ σημαντική προστιθέμενη αξία στο ελληνικό τουριστικό προϊόν.

Κυρίες και κύριοι,

Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι πρέπει να επενδύσουμε στην εικόνα της χώρας, να καλλιεργήσουμε συστηματικά την αντίληψη ότι ο τομέας του τουρισμού αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια της ελληνικής οικονομίας και των τοπικών κοινωνιών.

Ο τουρισμός αποτελεί εθνική προτεραιότητα και υπόθεση όλων μας, καθώς μπορεί να προσδώσει μια μοναδική δυναμική στην προσδοκώμενη ανάκαμψη της χώρας.

Για να γίνει πράξη αυτή η δυναμική, οφείλουμε να ενστερνιστούμε όλοι την αλλαγή νοοτροπίας. Και η αλλαγή θεώρησης για τον τουρισμό θα οδηγήσει σε σοβαρότητα, ταχύτητα και επαγγελματισμό, στοιχεία αναγκαία στην πετυχημένη συνταγή της ανάπτυξης και των επενδύσεων.

Απαιτείται συναίνεση, συνέργειες όλων των εμπλεκόμενων φορέων, εθνική στρατηγική και αποδέσμευση του τουρισμού από πολιτικά και άλλα ικριώματα. Ο Τουρισμός πρέπει  να συνδεθεί στρατηγικά, και όχι μόνο σε επίπεδο δηλώσεων, με άλλους κλάδους της εθνικής οικονομίας, με τις τοπικές κοινωνίες και να αποτελέσει το σημείο εκκίνησης παράλληλων δραστηριοτήτων που στόχο θα έχουν τον εμπλουτισμό των υπηρεσιών.

Σας ευχαριστώ πολύ